Ξεκίνησε να
προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες το πολυαναμενόμενο ριμέικ της
τηλεοπτικής σειράς «Τι ψυχή θα παραδώσεις, μωρή;», που κόπηκε άδοξα το μακρινό
2000. Τέσσερις γυναίκες που κακοποιούνται συστηματικά από την παιδική τους
ηλικία, ενώνονται για να κόψουν το κακό από τη ρίζα του.
Εντύπωση προκαλεί ο πόλεμος που δέχεται η ταινία από κοινό και κριτικούς.
Σίγουρα δεν είναι το απαύγασμα της έβδομης τέχνης, αλλά πρόκειται για μια
ταινία με την οποία ο θεατής μπορεί να γελάσει, να περάσει ένα όμορφο βράδυ,
αλλά και να νιώσει τις ηρωίδες και, ταυτόχρονα, να διερωτηθεί για τη σήψη της
κοινωνίας. Το σενάριο του Αλέξανδρου Ρήγα φέρνει στο φως την υποκρισία και τη
διαφθορά «επιφανών» προσώπων, σατιρίζει τη νεοελληνική πραγματικότητα και
συνταιριάζει την κωμωδία με το δράμα. Ένας συνδυασμός που θα κρινόταν
επιτυχημένος, αν έλειπαν οι περιττές σκηνές και η ακατάσχετη βωμολοχία. Το
μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας εντοπίζεται στη σκηνοθεσία και στο μοντάζ.
Ταχύτατη αλλαγή σκηνών, λήψεις από πολλές και διαφορετικές γωνίες και συνεχή
μπρος-πίσω στην ιστορία είναι στοιχεία που κουράζουν τους θεατές.
Σίγουρα, όμως, ο Ρήγας κατάφερε να καθοδηγήσει σωστά τις πρωταγωνίστριες. Η πιο επιτυχημένη προσέγγιση
ήταν αυτή της Μαρίας Λεκάκη, που μπήκε στο πετσί ενός ρόλου πολύ διαφορετικού
από ό, τι την έχουμε συνηθίσει. Η Βασιλική Ανδρίτσου ερμήνευσε δυναμικά και
χωρίς υστερίες (επιτέλους) και η Ελένη Ουζουνίδου ισορρόπησε ανάμεσα στην
κωμικότητα και στη συγκίνηση. Η Παναγιώτα Βλαντή είχε κλάση και θηλυκότητα,
αλλά έπρεπε να τσαλακωθεί περισσότερο, ώστε να αποδώσει το σαρκασμό της
Ντοντός. Από εκεί και πέρα, πολύ πειστικοί είναι ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος και ο
Κώστας Φιλίππογλου ως προς τη σκληρότητα των ηρώων τους, με το σύνολο των β’
ρόλων, ωστόσο, να απογοητεύει. Παντελώς αχρείαστοι ο Ηλίας Γκότσης και ο
Λευτέρης Ελευθερίου, υπερβολικός ο Κώστας Κόκλας, άχρωμη η Τραιάνα Ανανία και
πολύ «λίγη» η Νική Λάμη για το θρυλικό ρόλο της Ντίντας. Ακόμη, φαίνεται πως η
παραγωγή έκανε καλή δουλειά, μιας και βλέπουμε πανοραμικά πλάνα, απαιτητικές
σκηνές, αλλά και καλαίσθητους χώρους στους οποίους εκτυλίσσεται η δράση. Δεν
μπορούμε όμως να πούμε το ίδιο για την παρωχημένη ενδυματολογία της ταινίας.
Συμπερασματικά, παρά τα ατοπήματά της, είναι μια ωραία στιγμή για το
εμπορικό ελληνικό σινεμά, με πολλούς φαν αυτής της ιστορίας να τη βλέπουν να
αναβιώνεται και να ελπίζουν στη δίκαιη ολοκλήρωσή της στο δεύτερο μέρος.
